Ανακοινώθηκε η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων για τα πρόσθετα στα πλαστικά

Με κοινή τους ανακοίνωση, ο «Σύνδεσμος Ευρωπαίων Μεταποιητών Πλαστικών» (EuPC) και ο «Σύνδεσμος Παραγωγών Compound και Masterbatches» (EuMBC), που αποτελεί υποκλάδο της «EuPC», γνωστοποίησαν την προσέγγιση τους με τους προμηθευτές πρόσθετων πλαστικών (CEFIC και άλλων ενώσεων) και πολυμερών (Plastics Europe) και του  «Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων» (ECHA) για τα πρόσθετα στα πλαστικά.

 

Από την ημέρα που άρχισε να ισχύει ο κανονισμός «REACH», η αλυσίδα εφοδιασμού έχει αρχίσει να συνεργάζεται με ενδιαφερόμενους οργανισμούς σε κοινά έργα, όπως το «Plastics Exposure Scenario Tool», που εστιάζει σε όλα τα στάδια, από την παραγωγή των προσθέτων μέχρι και τη χρήση τους στη μεταποίηση των πλαστικών. Η προσέγγιση της «ECHA» προσανατολίστηκε περισσότερο στην τελική χρήση των προσθέτων και συμπεριέλαβε όλους τους εμπλεκόμενους στην αλυσίδα εφοδιασμού.

 

Το 2018 δημοσιεύτηκαν οι «Χάρτες Χρήσης» των «EuPC» και «EuMBC» για τους παραγωγούς Compound, Masterbatches και τους μεταποιητές για να διευκολυνθούν οι εγγραφές για το ίδιο έτος.

 

Η νέα προσέγγιση, που περιγράφεται στον διαδικτυακό τόπο της «ECHA» αποτελείται από τα ακόλουθα:

 

  1. Ένα πιστοποιημένο ευρετήριο των πλέον κοινών προσθέτων που χρησιμοποιούνται σε συνολική ποσότητα πάνω από τους 100Τ πλαστικών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη χρήση τους ως πρόσθετα, τον τύπο του πολυμερούς όπου χρησιμοποιούνται και τη συγκέντρωσή τους.

 

  1. Μία μεθοδολογία, προκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα απελευθέρωσης πρόσθετων ουσιών από τα πλαστικά καλούπια.

 

  1. Η εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας στα πρόσθετα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μεθόδου.

 

Αυτά τα νέα παραδοτέα πρόσθετα είναι μια συμβολή της «ECHA» στο σύστημα του αυτόματου ελέγχου. Στο επόμενο στάδιο, τα κράτη μέλη και η «ECHA» θα πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα, ποια πρόσθετα θα πρέπει να υποβληθούν σε αξιολόγηση. Η αξιολόγηση θα βασιστεί σε άλλα στοιχεία, όπως οι επικίνδυνες ουσίες, η αβεβαιότητα και τα αποτελέσματα του διαγνωστικού ελέγχου, που θα γίνει χειροκίνητα (manually) (η εμπεριστατωμένη επισκόπηση των πληροφοριών που περιέχονται στους φακέλους καταχώρισης).

 

Μόνο σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψιν η αξιολόγηση κινδύνου, όπως τεκμηριώνεται στον φάκελο καταχώρισης, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της πραγματικής έκθεσης από τα πλαστικά αντικείμενα, τα οποία εξαρτώνται από πολλές παραμέτρους. Όπως η εφαρμογή που χρησιμοποιείται, η διάταξη του αντικειμένου (συχνά πολλαπλών στρωμάτων), η γεωμετρία του, ο τόπος και ο τρόπος χρήσης του.

 

Περισσότερες πληροφορίες μπορούν να απαιτηθούν κατά τη φάση της αξιολόγησης. Επιπλέον, η προσέγγιση της «ECHA» υποδεικνύει ορισμένες διαδρομές στις οποίες η παρουσίαση των πληροφοριών στους φάκελους καταχώρησης ενδέχεται να χρειαστεί εναρμόνιση, ενώ περαιτέρω ανάπτυξη ενδέχεται να χρειαστούν η χαρτογράφηση των εφαρμογών και η μοντελοποίηση των εκλύσεων από τα πλαστικά αντικείμενα, γεγονός που συνεπάγεται την ανάγκη για περαιτέρω συνεργασία σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού μεταξύ των παραγωγών, των εισαγωγέων και των μεταγενέστερων χρηστών.

 

Ο πρόεδρος της «EuMBC», Μαρκ Κορνού (European Masterbatchers and Compounders), δήλωσε: «Μεταξύ των βασικών ευρημάτων της προσέγγισης αυτής είναι ότι πρέπει να υπάρξει βελτίωση στην επικοινωνία σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού και μια περαιτέρω δέσμευση για ισχυρή συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών, προκειμένου να δημιουργηθούν αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με τα πρόσθετα και τις χρήσεις τους στα πλαστικά. Δυνητικά αυτή η προσέγγιση θα επιτρέψει στις αρχές να εστιάσουν  καλύτερα στην αξιοποίηση των πόρων τους και στη διαδικασία αξιολόγησης».

 

Ο τεχνικός διευθυντής της «EuPC», Ζοφρέ Τιλιέ ανέφερε ότι: «είμαστε περήφανοι που ανακοινώνουμε την ολοκλήρωση και την τελική δημοσίευση ενός κοινού έργου που άρχισε από τη «EuPC» και την «EuMBC» για τους παραγωγούς Compound και  Masterbatchers αλλά και τους μεταποιητές πλαστικών, μαζί με τους προμηθευτές πρόσθετων πλαστικών (CEFIC και άλλων ενώσεων), πολυμερών (Plastics Europe) και τον Οργανισμό Χημικών Προϊόντων που ιδρύθηκε το 2016. Έπειτα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου, προκειμένου να επαληθευτεί η χρησιμότητα των πληροφοριών που συλλέξαμε, θα επανέλθουμε με τους τρόπους, με τους οποίους μπορούμε να βοηθήσουμε περαιτέρω στην ομαλή διαχείριση της διαδικασίας αξιολόγησης»