Άμεσες δράσεις για αύξηση της ανακύκλωσης πρέπει να αναλάβει η βιομηχανία πλαστικών σύμφωνα με μελέτη της «McKinsey»

 

Την άμεση εμπλοκή της παγκόσμιας βιομηχανίας πλαστικών στην αποτελεσματική διαχείριση των απορριμμάτων προκρίνει ως λύση της «κρίσης του πλαστικού», η εταιρεία συμβουλευτικών υπηρεσιών, «McKinsey & Company», σε πρόσφατη έρευνα της. «Τα πλαστικά απορρίμματα βλάπτουν την εικόνα της χημικής βιομηχανίας και το περιβάλλον» αναφέρει στην εισαγωγή της μελέτης η εταιρεία. «Αναλαμβάνοντας άμεσα δράση στον τομέα της ανακύκλωσης, η βιομηχανία των πλαστικών θα μπορούσε να προσθέσει μια νέα διάσταση στις δραστηριότητες της και να βοηθήσει σημαντικά στην επίλυση των προβλημάτων, που προέκυψαν από την λεγόμενη «κρίση του πλαστικού» σύμφωνα με την μελέτη. «Δεν αποτελεί είδηση ότι το θέμα των πλαστικών απορριμμάτων έχει εξελιχθεί σε κρίση τα τελευταία χρόνια και πως στα μάτια του ευρύτερου κοινού οι παραγωγοί πλαστικών εμπλέκονται σε αυτό το κομμάτι. Η ανησυχία των πολιτών μετατρέπεται σε νέες οδηγίες, που αφορούν τα πλαστικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, η είδηση ​​είναι ότι οι ηγέτες της βιομηχανίας έχουν αρχίσει να δεσμεύονται για την εύρεση λύσεων, που θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των πλαστικών απορριμμάτων. Η ανάγκη αλλαγής του μοντέλου «χρησιμοποιήστε μια φορά και απορρίψτε» έφερε την υιοθέτηση της κυκλικής οικονομίας, όπου τα πλαστικά θα ανακυκλώνονται όσο το δυνατόν περισσότερο». Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να πετύχει σύμφωνα με την συμβουλευτική εταιρεία, μιας και εκτιμά ότι παρά τους κανονισμούς και τις οδηγίες, η κατανάλωση πλαστικών και συνεπακόλουθα τα απορρίμματα θα αυξηθούν μέχρι το 2030 παγκοσμίως. Για να γίνει βιώσιμη η νέα πραγματικότητα θα πρέπει να αυξηθεί και η ανακύκλωση.

Σύμφωνα με την μελέτη, θα υπάρξουν περισσότερα πλαστικά απόβλητα στην Ευρώπη, αλλά αυτή η αύξηση θα είναι ελεγχόμενη σε σχέση με αυτήν που θα υπάρξει παγκοσμίως. Η «McKinsey» εκτιμά ότι: «τα πλαστικά απορρίμματα παγκοσμίως θα αυξηθούν κατά περίπου 80% έως το 2030 στους 440 εκατ. τόνους. «Ο σημαντικότερος παράγοντας που θα συμβεί αυτή η αύξηση είναι οι  αναδυόμενες οικονομίες. Ο αριθμός των αυτοκινήτων, τα καταναλωτικά προϊόντα, καθώς και η κατασκευή κατοικιών στις πόλεις θα αυξηθεί κυρίως στην Ασία και την Αφρική.

Είναι μια εξέλιξη, που δεν μπορεί να ανακοπεί» αναφέρει η μελέτη, καταδεικνύοντας ουσιαστικά που θα πρέπει να εστιαστεί η προσοχή όλων για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των απορριμμάτων. Για να αντιμετωπιστεί το μελλοντικό αυτό πρόβλημα θα πρέπει να αυξηθεί ο ρυθμός ανακύκλωσης και η «McKinsey» θεωρεί ότι πρωτοπόρος στις λύσεις μπορεί να αποδειχθεί η χημική βιομηχανία, η οποία, διαθέτει την τεχνολογική ικανότητα για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των πολιτών, οι οποίοι ζητούν καταναλωτικά αγαθά από ανακυκλωμένα υλικά.

Η συμβουλευτική εταιρεία εκτιμά ότι η ανακύκλωση δύναται να αυξηθεί κατά ποσοστό 50% ενώ παράλληλα τα πλαστικά τα οποία δεν μπορούν να ανακυκλωθούν με συμβατικές μεθόδους θα διοχετεύονται για ανάκτηση ενέργειας. 

Παγκοσμίως, η «McKinsey» αναμένει ότι η αγορά ανακύκλωσης πλαστικών μπορεί να φτάσει σε αξία έως και τα 70 δισεκατομμύρια ευρώ. Προκειμένου να επιτευχθούν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ανακύκλωσης απαιτούνται, όμως, σημαντικές επενδύσεις, όπως υπογραμμίζεται στην μελέτη. Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία, στις ανεπτυγμένες οικονομίες, η βιομηχανία ανακύκλωσης τείνει να έχει υψηλό κόστος εξαιτίας της έλλειψης αποτελεσματικών διαδικασιών συλλογής και διαλογής και με τη μέχρι σήμερα περιορισμένη εφαρμογή αυτοματισμών. Στις αναδυόμενες οικονομίες, τα απορρίμματα πλαστικών συνήθως υφίστανται επεξεργασία μέσω ανεπίσημων συστημάτων. Μεμονωμένοι εργαζόμενοι συλλέγουν τα απορρίμματα, η διαλογή γίνεται χειρωνακτικά σε σημεία συλλογής και χώρους υγειονομικής ταφής. Με αυτή τη διαδικασία η ανακύκλωση δεν μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Σύμφωνα με την «McKinsey», η βιομηχανία θα μπορούσε να υποστηρίξει έστω και προσωρινά τον κλάδο διαχείρισης των απορριμμάτων πλαστικών παγκοσμίως, καθώς εκτιμά ότι έτσι θα επιταχυνθούν οι δράσεις.         Παράλληλα, μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να συνεισφέρει στην επίλυση του προβλήματος, της κρίσης, όπως έχει «βαφτιστεί» από διεθνή μέσα ενημέρωσης, των πλαστικών απορριμμάτων.

Επιπρόσθετα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν και νέα επιχειρηματικά μοντέλα, που σύμφωνα με την μελέτη θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύσουν ένα κέρδος 55 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως έως το 2030. «Μια σαφής αλλαγή βρίσκεται σε εξέλιξη στο επιχειρηματικό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο λειτουργεί η χημική βιομηχανία, καθώς αυξάνεται η δυσαρέσκεια των καταναλωτών σχετικά με τη ρύπανση των πλαστικών απορριμμάτων. Οι ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν νέες απαιτήσεις, την ώρα, που η κυκλική οικονομία κερδίζει σταθερό έδαφος στην επιχειρηματική κοινότητα. Οι ηγέτες της βιομηχανίας το αναγνωρίζουν και σαφώς έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες.  Οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν ένα συνδυασμό προκλήσεων και ευκαιριών, αλλά είναι σαφές ότι η βιομηχανία μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην επίλυση αυτών των προκλήσεων και να δημιουργήσει τις βέλτιστες συνθήκες για την ανακύκλωση στην βιομηχανία των πλαστικών» καταλήγει στην μελέτη της η συμβουλευτική εταιρεία,«McKinsey».